ἔμπονος

ἔμπονος, ον,
A patient of labour, Hp.Aër.12; ἀρετῆς ἔργα φέρει ἔμπονος ἥβη Poet. ap. Sch.Heph.p.286C.;

ἔμπονοι κόπῳ Ezek.Exag. 208

.
II toilsome, painful,

τὰ ἔμπονα Aret.SA1.9

; ἔ. κραυγή vehement outcry, LXX 3 Ma.1.28.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμπονος — ἔμπονος, ον (AM) Ι. 1. αυτός που υπομένει τους πόνους, τους κόπους 2. πονεμένος, γεμάτος πόνο («ἔμπονος κραυγή», ΠΔ Μακκ.) 2. κουραστικός, επίπονος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔμπονον η αντοχή στους κόπους ΙΙ. επίρρ. ἐμπόνως 1. με κόπο, κοπιαστικά,… …   Dictionary of Greek

  • ἔμπονος — patient of labour masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόνως — ἔμπονος patient of labour adverbial ἔμπονος patient of labour masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμπονον — ἔμπονος patient of labour masc/fem acc sg ἔμπονος patient of labour neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόνοις — ἔμπονος patient of labour masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόνου — ἔμπονος patient of labour masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόνους — ἔμπονος patient of labour masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόνων — ἔμπονος patient of labour masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόνῳ — ἔμπονος patient of labour masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμπονοι — ἔμπονος patient of labour masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.